ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Το
πρωινό αλκοόλ καθρεφτίστηκε
στα
νυχτερινά μάτια του ήλιου.
Τα
ανεκπλήρωτα ερωτικά μίση
λικνίστηκαν
στα ψεύτικα και φορεμένα χαμόγελα.
Οι
σιωπές της ηχορύπανσης τραγούδησαν
μελωδικά
στο κλειστό δωμάτιο του δρόμου.
Η
φαλακρή τραγουδίστρια του ρινόκερου
λούστηκε
και χτενίστηκε στο θέατρο του παραλόγου.
Η
αθωότητα βιάστηκε στο χυδαίο συμβιβασμό
της
αθλιότητας με την υποκρισία.
Η
αξιοπρέπεια λοιδορήθηκε και ποδοπατήθηκε
στα
γρανάζια της κατουρημένης ποδιάς της εξουσίας.
Η
μετριότητα πανηγύρισε όταν μοιράστηκε
τα
χυδαία λάφυρα – ψίχουλα του γλειψίματος.
Όμως
η καφεδιά του κυλικείου έγινε νιρβάνα του πρωινού,
τα
τελάρα μπάμιες γίνανε κοφίνια του μεσημεριού,
τα
μαύρα γυαλιά φορέθηκαν στις ανταύγειες του απογεύματος
και
τα ψαροντούφεκα έγιναν ασπίδες του δειλινού.
Κι
όταν πέσει η νύχτα έξω στο τοπίο τα μεσάνυχτα,
τα
λιγοστά φώτα του ουρανού στην αυλαία της νύχτας
θα
χαμογελάνε κρατώντας το εσωτερικό τους φως,
ακτινοβολώντας
μέσα στο σκοτάδι του ξημερώματος,
με
την αγάπη του δήμου και των σοφιστών
και
πετώντας στα σκουπίδια
το
φθόνο του όχλου και των τσοκαριών
και
μετασχηματίζοντας διαρκώς τα σκουλήκια
σε
μεταξοσκώληκες και πεταλούδες
και
την ομορφιά της ψυχής, του νου και του σώματος
σε
αέναη δημιουργία και αστείρευτη αγάπη
εις
τους αιώνας των αιώνων.
Απόστολος Πούλιος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου